Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2008

Το επόμενο Bretton Woods (άρθρο Νομπελίστα Οικονομίας)

Ο κόσμος διολισθαίνει σε μία διεθνή οικονομική επιβράδυνση, πιθανότατα τη βαθύτερη από τη Μεγάλη Ύφεση. Η κρίση αυτή φέρει τη σήμανση «made in America» από πολλές απόψεις. Η Αμερική εξήγαγε τις «τοξικές» υποθήκες στον υπόλοιπο κόσμο στη μορφή εξασφαλισμένων με ενεργητικό τίτλων. Η Αμερική εξήγαγε την απορρυθμιστική φιλοσοφία της ελεύθερης αγοράς, η οποία- όπως πλέον παραδέχεται και ο αρχιερεύς της, Άλαν Γκρίνσπαν- ήταν εσφαλμένη.

Η Αμερική εξήγαγε την κουλτούρα της εταιρικής ανευθυνότητας, τις μη διαφανείς οψιόν μετοχών, που ενθαρρύνουν τη στρεβλή λογιστική, η οποία και έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο σε αυτή την κρίση, όπως και παλαιότερα στα σκάνδαλα των Enron και Worldcom. Και, τέλος, η Αμερική εξήγαγε την οικονομική επιβράδυνση.

Η κυβέρνηση Μπους κατέληξε τελικά να κάνει αυτό, που πρότειναν οι οικονομολόγοι εδώ και καιρό- να τροφοδοτήσει με κεφάλαια τις τράπεζες. Λένε όμως ότι ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες και ο υπουργός Οικονομίας, Χένρι Πόλσον, μάλλον βάλθηκε να το επιβεβαιώσει. Βρήκε όπως φαίνεται έναν τρόπο να ενισχύσει την κεφαλαιακή βάση των τραπεζών, κατά τρόπο, που δεν τις καθιστά πιο πρόθυμες να δανείσουν.

Και μάλιστα το έκανε με όρους πολύ χειρότερους για το κράτος, από εκείνους, που πέτυχε ο Βρετανός πρωθυπουργός Γκόρντον Μπράουν (για να μην αναφέρουμε τους όρους, που πέτυχε ο Γουόρεν Μπάφετ για να τοποθετήσει πολύ λιγότερα κεφάλαια σε μία από τις πιο υγιείς επενδυτικές τράπεζες της Αμερικής, την Goldman Sachs. Οι τιμές των μετοχών αποκαλύπτουν ότι οι επενδυτές πιστεύουν πως εξασφάλισαν μία πραγματικά καλή συμφωνία.

Ένας λόγος να ανησυχούμε πολύ για την κακή αυτή συμφωνία είναι ότι οι Αμερικανοί φορολογούμενοι βαρύνονται με το διογκούμενο εθνικό χρέος. Ακόμη και πριν τη χρηματοπιστωτική κρίση, το αμερικανικό εθνικό χρέος αναμενόταν να αυξηθεί από τα 5,7 τρισ. δολ. το 2001 σε περισσότερα από 9 τρισ. δολάρια φέτος.

Το έλλειμμα φέτος θα προσεγγίσει το μισό τρισεκατομμύριο δολάρια. Την επόμενη χρονιά θα είναι ακόμη μεγαλύτερο, καθώς θα βαθαίνει η οικονομική κρίση. Η Αμερική έχει ανάγκη από ένα πακέτο «τόνωσης» της ανάπτυξης. Αλλά οι υπέρμαχοι του δημοσιονομικού συντηρητισμού στη Wall Street (ναι, οι ίδιοι άνθρωποι, που ευθύνονται για την κρίση) θα ζητούν τώρα μείωση του ελλείμματος. (θυμίζοντας τον Άντριου Μέλον την εποχή της Μεγάλης Ύφεσης).

Τώρα η κρίση έχει επεκταθεί, κυρίως στις αναδυόμενες αγορές και σε μικρότερο βαθμό στις αναπτυσσόμενες χώρες. Είναι εντυπωσιακό ότι, η Αμερική, με όλα της τα προβλήματα, εξακολουθεί να θεωρείται το πιο ασφαλές καταφύγιο για να τοποθετήσει κάποιος τα χρήματά του.

Μάλλον δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός, καθώς παρά τα όσα αναφέραμε η εγγύηση της αμερικανικής κυβέρνησης έχει μεγαλύτερη αξιοπιστία από την εγγύηση της όποιας χώρας του τρίτου κόσμου.

Καθώς η Αμερική απορροφά τις αποταμιεύσεις ολόκληρου του κόσμου για να αντιμετωπίσει τα δικά της προβλήματα και η ανταμοιβή κινδύνου (risk premium) έχει εκτιναχθεί στα ύψη, καθώς το παγκόσμιο προϊόν, εμπόριο και οι τιμές των εμπορευμάτων μειώνονται, οι αναπτυσσόμενες χώρες τα εμπόδια για τις αναπτυσσόμενες χώρες πληθαίνουν. Ορισμένες- αυτές με τα τεράστια εμπορικά ελλείμματα πριν ακόμη ξεσπάσει η κρίση, με τα διογκούμενα χρέη, και με τους στενούς εμπορικούς δεσμούς με τις ΗΠΑ- πιθανότατα θα είναι σε πιο δεινή θέση από τις άλλες.

Από την άλλη όσες χώρες δεν προέβησαν σε πλήρη απελευθέρωση των αγορών κεφαλαίου και χρηματοπιστωτικών αγορών, όπως η Κίνα, θα χαίρονται, που δεν ακολούθησαν τις παροτρύνσεις του Πόλσον και του αμερικανικού υπουργείου Οικονομίας.

Πολλές χώρες ήδη στρέφονται στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο για βοήθεια. Υπάρχει ανησυχία ότι το ΔΝΤ σε ορισμένες τουλάχιστον περιπτώσεις, θα επιστρέψει στις παλιές αποτυχημένες συνταγές: περιοριστική δημοσιονομική και νομισματική πολιτική, που θα πετύχει μόνο να οξύνει τις παγκόσμιες ανισότητες.

Την ώρα που οι ανεπτυγμένες χώρες θα εφαρμόζουν πολιτικές σταθεροποίησης, οι αναπτυσσόμενες θα δεσμεύονται σε αποσταθεροποιητικές πολιτικές, χάνοντας έτσι το κεφάλαιο, την περίοδο που το χρειάζονται περισσότερο.

Πριν από δέκα χρόνια, κατά τη χρηματοπιστωτική κρίση της Ασίας, είχαν γίνει πολλές συζητήσεις για την ανάγκη μεταρρύθμισης της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής αρχιτεκτονικής. Πολύ λίγα, όπως είναι σήμερα προφανές, έγιναν. Τότε πολλοί πίστευαν ότι οι μεγαλεπίβολοι στόχοι συνιστούσαν εσκεμμένη προσπάθεια να καθυστερήσει η πραγματική μεταρρύθμιση: όσοι είχαν πετύχει υπό το παλαιό σύστημα, ήξεραν ότι η κρίση θα παρέλθει, και μαζί με αυτά και τα αιτήματα για μεταρρύθμιση. Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε να ξανασυμβεί κάτι τέτοιο.

Ίσως έχει φτάσει η κατάλληλη στιγμή για ένα νέο Μπρέτον Γουντς. Οι παλαιοί οργανισμοί έχουν αναγνωρίσει την ανάγκη μεταρρύθμισης, αλλά διακρίνονται από ακινησία. Δεν έκαναν τίποτα για να αποτρέψουν τη σημερινή κρίση. Και υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες ως προς την ικανότητά τους να απαντήσουν στην κρίση, τώρα που ξέσπασε.

Χρειάστηκε να περάσουν 15 χρόνια και ένας παγκόσμιος πόλεμος ώστε η διεθνής κοινότητα να ενώσει τις δυνάμεις της και να αντιμετωπίσει τις αδυναμίες του χρηματοοικονομικού συστήματος, που συνέβαλε στη Μεγάλη Ύφεση. Ας ελπίσουμε ότι δεν θα καθυστερήσουμε τόσο πολύ αυτή τη φορά: δεδομένης της παγκόσμιας αλληλεξάρτησης, το κόστος θα είναι υπερβολικά υψηλό.

Αλλά, ενώ οι ΗΠΑ και η Μεγάλη Βρετανία είχαν την κυριαρχία στο παλιό Μπρέτον Γουντς, το σημερινό παγκόσμιο τοπίο είναι αισθητά διαφορετικά. Ομοίως οι παλαιοί θεσμοί του Μπρέτον Γουντς είχαν δημιουργηθεί βάσει μία σειράς οικονομικών δογμάτων, που σήμερα έχουν αποτύχει όχι μόνο στις αναπτυσσόμενες χώρες, αλλά και στην καρδιά του καπιταλισμού.

Η επικείμενη παγκόσμια σύνοδος πρέπει να αντιμετωπίσει τις νέες αυτές πραγματικότητες, εάν θέλει να εργαστεί αποτελεσματικά στην κατεύθυνση της δημιουργίας ενός πιο σταθερού και δίκαιου παγκόσμιου χρηματοοικονομικού συστήματος.

ΤΖΟΖΕΦ ΣΤΙΓΚΛΙΤΖ*

*Ο κ. Τζόζεφ Στίγκλιτζ είναι καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια. Tιμήθηκε με το Νόμπελ Οικονομίας το 2001.

Δεν υπάρχουν σχόλια: